SPECIALS
Now Reading
10 (+1) Κρυμμένοι Θησαυροί Τρόμου Που Πρέπει Να Ανακαλύψετε
0

10 (+1) Κρυμμένοι Θησαυροί Τρόμου Που Πρέπει Να Ανακαλύψετε

by horrormovies.gr21/05/2014
Share

Το σκάλισμα του παρελθόντος προς εύρεση πολύτιμου horror υλικού ήταν πάντα αγαπημένη ασχολία πολλών φίλων του τρόμου. Πάντα όλο και κάτι ενδιαφέρον βρίσκουμε κάθε φορά που επιδιδόμαστε σ’ αυτήν την επίμονη, πλην όμως γοητευτική διαδικασία αναζήτησης. Μια τέτοια έρευνα υποδεικνύει σαφώς ότι στην ιστορία του horror κινηματογράφου υπάρχουν ουκ ολίγες σπουδαίες ταινίες που για διάφορους λόγους έμειναν στην αφάνεια και αγνοούνται από το νεότερο κυρίως κοινό. Παρακινημένη λοιπόν από το παραπάνω σκεπτικό και με οδηγό πάντα την αγάπη της για ανάδειξη αξιόλογων ταινιών τρόμου, η συντακτική ομάδα του horrormovies.gr πραγματοποίησε μια σχετική έρευνα σκαλίζοντας εξονυχιστικά το παρελθόν της σκηνής.

Μια έρευνα που θέλουμε να πιστεύουμε ότι απέφερε καρπούς, τους οποίους μπορείτε να μελετήσετε στο κείμενο που ακολουθεί. Πρόκειται για μια λίστα 10 σχετικά άγνωστων και δυσεύρετων ταινιών τρόμου μαζί με μια extra προσθήκη στο τέλος – κάτι σαν bonus που δεν υστερεί ποιοτικά σε τίποτα από τις υπόλοιπες (μάλιστα μπορεί να είναι και καλύτερη από τις περισσότερες ταινίες της λίστας). Ευελπιστούμε ότι θα βρείτε τη λίστα μας ενδιαφέρουσα και ότι μετά την ανάγνωσή της οι συγκεκριμένες ταινίες θα αποβάλλουν λίγο από το πέπλο μυστηρίου που τις καλύπτει περιορίζοντας την ακτινοβολία τους.

Σημειώνουμε ότι οι ταινίες δεν τοποθετούνται με κριτήρια αξιολόγησης από την καλύτερη προς την χειρότερη ή το ανάποδο αλλά με τυχαία σειρά. Ετοιμαστείτε λοιπόν για ένα συναρπαστικό ταξίδι σε διάφορες χώρες του κόσμου όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Μεγάλη Βρετανία, η Γερμανία, η Δανία, η Ισπανία…
10+1 καλά κρυμμένοι θησαυροί τρόμου έρχονται στο φως…

1

Curtains (1983)

(Ο Εφιάλτης)

curtains 1983

Η συσκοτισμένη αυτή ταινία από τον Καναδά εκτιμήθηκε περισσότερο από τους οπαδούς του slasher ιδιώματος μιας και κινείται σ’ αυτά τα μοτίβα αν και όχι 100%. Άλλος ένας λόγος για τον οποίο κατόρθωσε να δει λίγο φως ήταν εκείνη η μνημειώδης, ασύγκριτα τρομακτική σκηνή με το πατινάζ στον πάγο όπου μια κατατρομαγμένη κοπέλα καταδιώκεται από την ανατριχιαστική φιγούρα του δολοφόνου που φορά εκείνη την αποκρουστική μάσκα γριάς –σήμα κατατεθέν του «Curtains». Η πρωτοτυπία δεν λείπει κι αυτό φαίνεται από τις πρώτες στιγμές που ξετυλίγεται το κουβάρι της υπόθεσης. Μια έμπειρη ηθοποιός ονόματι Samantha εισάγεται σ’ ένα ψυχιατρικό ίδρυμα με την σύμφωνη γνώμη του σκηνοθέτη της επερχόμενης ταινίας τους που θα λέγεται Audra. Όμως ο σκηνοθέτης την παρατάει στο ίδρυμα και προσκαλεί στο απομακρυσμένο σπίτι του για audition έξι νέες κοπέλες εκ των οποίων η μία θα επιλεχθεί ως πρωταγωνίστρια στο φιλμ του. Εν τω μεταξύ η Samantha το σκάει από το ίδρυμα εξαγριωμένη και μεταβαίνει στο σπίτι του σκηνοθέτη όπου γίνονται οι auditions. Σύντομα οι κοπέλες δολοφονούνται από έναν μυστηριώδη φονιά που καλύπτει το πρόσωπό του με μια τρομακτική μάσκα γριάς. Ποιος και γιατί κρύβεται πίσω από το αιματοκύλισμα;

Σίγουρα αν είμαστε λεπτολόγοι θα βρούμε και μειονεκτήματα στο «Curtains». Ωστόσο, οι αρετές του σαν φιλμ τρόμου είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Είναι σκοτεινό, ατμοσφαιρικό, αγωνιώδες, βίαιο. Η αίσθηση απειλής πλανάται συνεχώς πάνω από τους πρωταγωνιστές μέσα στο σπίτι και διαχέεται στο εξωτερικό, αφιλόξενο χιονισμένο περιβάλλον. Σ’ αυτό θα βιώσουμε και τον απόλυτο τρόμο με μια εφιαλτική σκηνή που προκαλεί μεγάλη ρίγη, γυρισμένη με την δεξιοτεχνία του καλού, παλιομοδίτικου cinema τρόμου. Διότι εκτός από κιτς και κλισέ, το παλιότερο cinema τρόμου ήξερε πώς να δημιουργεί ευφυείς σκηνές που παράγουν γνήσιο feeling τρόμου οπτικά και ουσιαστικά. Μπορεί το «Curtains» να γνώρισε πολλές ταλαιπωρίες κατά τη διάρκεια της παραγωγής του με επανάληψη γυρισμάτων, σκηνών, διαλόγων, αλλαγές ηθοποιών κ.α. όμως σήμερα φαίνεται πως ο δύσκολος αγώνας του το δικαιώνει. Ο πιστός κύκλος οπαδών του που διατηρείται μέχρι τις μέρες μας, η κυκλοφορία του σε DVD και η αναμενόμενη κυκλοφορία του και σε blue-ray δείχνει ότι κέρδισε το στοίχημα του χρόνου. Μην αφήσετε αυτό τον θησαυρό να γλιστρήσει από τα χέρια σας. Αρπάξτε τον τώρα που είναι ευκαιρία!


Σκηνοθεσία: Richard Ciupka.
Σενάριο: Robert Guza Jr..
Ηθοποιοί: John Vernon, Samantha Eggar, Linda Thorson.
2

Homebodies (1974)

(Οι Δολοφόνοι)

homebodies

Θυμάμαι την ευχάριστη έκπληξη που μου είχε προκαλέσει το «Homebodies» όταν το είχα πρωτοδεί σε VHS. Ειδικά εκείνος ο «τυπικός» τίτλος του (σ.σ. Οι Δολοφόνοι) της ελληνικής έκδοσης ήταν όλα τα λεφτά! Η πρωτότυπη υπόθεσή του, το ιδιόρρυθμο σενάριό του και οι ασυνήθιστοι «κακοί» ήταν σίγουρα κάτι πρωτόγνωρο ακόμα και για τον «πολυδιαβασμένο» horror maniac. Αυτός ο άρτιος συνδυασμός τρόμου και μαύρης κωμωδίας με την βοήθεια των προαναφερθέντων πρωτότυπων μοτίβων είναι η συνταγή της επιτυχίας του «Homebodies». Η υπόθεση επικεντρώνεται σε μια ομάδα ηλικιωμένων των οποίων τα φτωχικά σπίτια πρόκειται να κατεδαφιστούν για να δώσουν τη θέση τους σε μοντέρνες πολυκατοικίες. Οι πιέσεις που ασκούνται στους ηλικιωμένους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να εγκατασταθούν σε ίδρυμα είναι έντονες αλλά αυτοί αρνούνται να συμμορφωθούν. Δεν μένουν μόνο στην άρνηση όμως αλλά αναλαμβάνουν και δολοφονική δράση ξεπαστρεύοντας με ποικίλους τρόπους όλους όσους εμπλέκονται στο μελλοντικό γκρέμισμα των σπιτιών τους.

Σημείο αναφοράς του «Homebodies» είναι αναντίρρητα οι ηλικιωμένοι «δολοφόνοι». Το φονικό τους έργο διακρίνεται από άψογη συνεργασία και ομαδικότητα αλλά και επινοητικότητα όσον αφορά τις ύπουλες μεθόδους θανατώσεων. Πτώσεις από μεγάλα ύψη, θαψίματα σε υγρό τσιμέντο, θανατηφόρες ηλεκτροπληξίες είναι μερικές από τις μεθόδους που περιλαμβάνει το αιματηρό μενού τους. Η brutal εικόνα διανθίζεται με χιουμοριστικές στιγμές, τρελούς διαλόγους αλλά και κοινωνική κριτική πάνω στη συμπεριφορά της κοινωνίας απέναντι σε ηλικιωμένα άτομα. Όλα στην κατάλληλη δοσολογία φυσικά. Γι’ αυτό και είναι τόσο καλό το «Homebodies». Θα ήταν ευχής έργον κάθε φίλος του τρόμου να πάρει μια γεύση από αυτή την σπάνια ταινία ανακαλύπτοντας έτσι άλλον έναν σπουδαίο θησαυρό τρόμου, άγνωστο στο ευρύ κοινό. Σίγουρα όσοι το δείτε θα το θυμάστε για καιρό.

Κριτική Ταινίας


Σκηνοθεσία: Larry Yust.
Σενάριο: Larry Yust, Howard Kaminsky, Bennett Sims.
Ηθοποιοί: Peter Brocco, Frances Fuller, William Hansen.
3

Motel Hell (1980)

(Μοτέλ «Η Κόλαση»)

motel hell

Είναι πασίγνωστο στην ιστορία του τρόμου ότι το κλασικό «The Texas Chain Saw Massacre» του Tobe Hooper αποτέλεσε ταινία σταθμό για το cinema τρόμου με μεγάλη επιρροή στη μετέπειτα horror φιλμογραφία. Εκτός από τη συνομοταξία των slashers άλλη μια υποκατηγορία αναπτύχθηκε στηριζόμενη στα θεμέλια της διαχρονικής ταινίας του Hooper, αυτή των παρανοϊκών οικογενειών. Το «Motel Hell» του 1980 οπωσδήποτε ανήκει στα απότοκα του Leatherface και της διεστραμμένης οικογένειάς του, αλλά παρά τις αναφορές στο φιλμ του Hooper, διαθέτει έναν αέρα αυτοτέλειας χάρη σε μερικά πρωτότυπα χαρακτηριστικά. Το κύριο αξιομνημόνευτο χαρακτηριστικό του δε θα μπορούσε να είναι άλλο από τις ανθρώπινες καλλιέργειες (!) που διατηρεί το ζευγάρι παρανοϊκών της ταινίας με σκοπό να «ωριμάσουν» ώστε να χρησιμοποιηθούν ως πρώτη ύλη για το πρώτης ποιότητας καπνιστό κρέας που παράγει ο Vincent – ο ένας εκ των δύο παρανοϊκών του «Motel Hell».

Πράγματι σωστά διαβάζετε, ο μεσήλικας Vincent με την τρελή αδερφή του είναι ιδιοκτήτες ενός επαρχιακού μοτέλ και της ευρύτερης φάρμας που ενώνεται μ’ αυτό. Τα δύο αδέρφια αιχμαλωτίζουν περαστικούς, τους κόβουν τις φωνητικές χορδές και τους φυτεύουν ζωντανούς στον κήπο της φάρμας μέχρι να έρθει η κατάλληλη ώρα για τη «συγκομιδή». Στην υπόθεση μπλέκονται ο σερίφης και αδερφός του Vincent καθώς και μια νεαρή κοπέλα που από «ατύχημα» βρέθηκε στο μοτέλ. Το φιλμ μπορεί να θεωρηθεί παρωδία του «The Texas Chain Saw Massacre» έχοντας τον χαρακτήρα της μαύρης κωμωδίας. Δεν παύει όμως να σοκάρει συχνά, κυρίως με τα πλάνα των φυτεμένων θυμάτων. Οι κοντινές λήψεις στους κομμένους λαιμούς τους και οι αγωνιώδεις προσπάθειές τους να βγάλουν κραυγές σωτηρίας δεν μπορεί να μη σου προκαλέσει μια ανατριχίλα, έστω και μέσα σε όλο το κωμικό πλαίσιο όπου κινείται το έργο. Η επική σκηνή πριονομαχίας –φόρος τιμής στο «The Texas Chain Saw Massacre» – προς το φινάλε αποτελεί άλλο ένα σπουδαίο highlight του φιλμ. Αν γουστάρετε παρανοϊκές οικογένειες τότε πρέπει να ρίξετε μια ματιά στο «Motel Hell». Σίγουρα θα το ευχαριστηθείτε παρά τις όποιες ατέλειες ελέω χαμηλού budget.


Σκηνοθεσία: Kevin Konnor.
Σενάριο: Robert Jaffe, Steven-Charles Jaffe, Tim Tuchrello.
Ηθοποιοί: Rory Calhoun, Paul Linke, Nancy Parsons.
4

Nattevagten (1994)

(Ο Νυχτοφύλακας)

Nattevagten

Μπορεί ο Δανός ξανθομάλλης Nikolaj Coster-Waldau να έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό μέσα από την επιτυχημένη σειρά του HBO «Game of Thrones», όμως το σκοτεινό παρελθόν του (που δεν είναι και τόσο σκοτεινό αφού τον συναντάμε π.χ. στα Black Hawk Dawn και Kingdom of Heaven) κρύβει ένα ξεχασμένο διαμαντάκι από τα όχι και τόσο μακρινά 90s. Ο λόγος για το δανέζικο «Nattevagten» του 1994, γνωστό και με τον αγγλικό τίτλο του ως «Nightwatch». Προσοχή μην το μπερδέψετε με το αμερικάνικο remake του 1997 από τον ίδιο σκηνοθέτη (Ole Bornedal). Στο «Nattevagten» ο συμπαθής και πιτσιρικάς τότε Nikolaj Coster-Waldau υποδύεται τον φοιτητή νομικής που πιάνει δουλειά σ’ ένα νεκροτομείο ως νυχτοφύλακας. Στα καθήκοντά του είναι και οι περιπολίες μέσα στα ίδια τα δωμάτια όπου διατηρούνται τα ανθρώπινα πτώματα. Μπρρρ. Η ανατριχίλα τόσο του ήρωα όσο και του θεατή είναι έντονη κατά τη διάρκεια αυτών των μακάβριων σκηνών.

Όμως το έργο δεν προσφέρει μόνο αυτά, καθώς μέσα από μια αριστοτεχνικά δομημένη πλοκή με σασπένς, εκπλήξεις και ανατροπές, σε στέλνει αδιάβαστο από εκεί που δεν το περιμένεις. Βλέπετε…ένας serial killer κυκλοφορεί ελεύθερος σκοτώνοντας πόρνες, τα κουφάρια των οποίων καταλήγουν στο νεκροτομείο όπου δουλεύει ο νυχτοφύλακας. Και σα να μην έφτανε αυτό…ο ίδιος θεωρείται ο νούμερο ένα ύποπτος για τους φόνους των γυναικών καθώς όλα τα στοιχεία οδηγούν στο πρόσωπό του. Είναι όμως αυτός ο μυστηριώδης φονιάς ή έχει στηθεί κάποια διαβολική πλεκτάνη εναντίον του από τον πραγματικό δολοφόνο; Το «Nattevagten» έτυχε θερμής υποδοχής στην παγωμένη χώρα του (τη Δανία) ενώ επιλέχθηκε και για προβολή στο φημισμένο Φεστιβάλ των Καννών το 1994. Πρόκειται για ένα μακάβριο και ευφυή θησαυρό τρόμου που πρέπει οπωσδήποτε να ξεθάψετε.


Σκηνοθεσία: Ole Bornedal.
Σενάριο: Ole Bornedal.
Ηθοποιοί: Nikolaj Coster-Waldau, Sofie Gråbøl, Kim Bodnia.
5

Twice-Told Tales (1963)

(Συνέταιρος Με Το Διάβολο)

twice told tales

Ερχόμαστε τώρα και στην ανθολογία του αφιερώματος. Το ξεχασμένο στα βάθη των 60s «Twice-Told Tales» αποτελείται από τρεις εκτεταμένες χρονικά ιστορίες σε σχέση με άλλες σπονδυλωτές ταινίες τρόμου, στηριζόμενες σε λογοτεχνικά έργα του διάσημου Αμερικανού συγγραφέα του 19ου αιώνα Nathaniel Hawthorne. Οι ιστορίες εξερευνούν τα πεδία του έρωτα, του ρομαντισμού, της μαγείας, της διαστρεβλωμένης επιστήμης και του μακάβριου κάνοντας το «Twice-Told Tales» να διαφέρει ελαφρώς από πολλές ανθολογίες που αναδεικνύουν πιο πολύ τον ατόφιο τρόμο. Όχι ότι το «Twice-Told Tales» δεν περιέχει τρόμο, όμως τον εμπλουτίζει πολύ έντονα με ερωτική αισθητική και κομψές ρομαντικές πινελιές φτάνοντας σ’ ένα υπέροχο αποτέλεσμα που σαγηνεύει.

Τα θέματα του «Twice-Told Tales» είναι συναισθηματικά αλλά και τραγικά ταυτόχρονα. Ένας θλιμμένος σύζυγος ξαναφέρνει στη ζωή την πολυαγαπημένη του σύζυγο με ένα παράξενο υγρό για να πικραθεί σύντομα όταν μαθαίνει ότι αυτή αγαπά τον καλύτερό του φίλο. Ένας υπερπροστατευτικός πατέρας και παρανοϊκός επιστήμονας εκμεταλλεύεται τις επιστημονικές του γνώσεις για να κρατήσει την κόρη του μαζί του για πάντα! Δύο αδέρφια φιλονικούν για τα περιουσιακά μέσα σ’ ένα καταραμένο σπίτι με τραγικές και αιματηρές εξελίξεις. Και οι τρεις ιστορίες έχουν κάτι να μας πουν, κάτι να μας δώσουν, μα πολύ περισσότερο ο κύριος πρωταγωνιστής τους. Ο μεγάλος Vincent Price πρωταγωνιστεί και στις τρεις, όντας επίσης και ο αφηγητής που τις προλογίζει για το μαγεμένο κοινό του. Ο Price με την ερμηνευτική σπιρτάδα του, με την απαράμιλλη θεατρικότητά του και με τους συγκλονιστικούς μονολόγους του προΐσταται της όλη προσπάθειας και σαν ικανός μαέστρος καθοδηγεί την ορχήστρα του προς την επιτυχία. Τα σέβη μας!


Σκηνοθεσία: Sidney Salkow.
Σενάριο: Robert E. Kent.
Ηθοποιοί: Vincent Price, Joyce Taylor, Sebastian Cabot.
6

Lemora: A Child’ s Tale Of The Supernatural (1973)

lemora

Άλλη μια υπέροχη ταινία που έμεινε στο σκοτάδι, κυρίως λόγω της «αντικαθολικής»/ «αντιεκκλησιαστικής» εικόνας της. Το «Lemora: A Child’s Tale of the Supernatural» αφηγείται την αλλόκοτη ιστορία της μικρής Lily, μιας νεαρής όμορφης κοπέλας που ανατράφηκε δίπλα σ’ έναν ιερέα, αφότου ο γκάνγκστερ πατέρας της σκότωσε τη μητέρα της. Η Lily μεγάλωσε αποκτώντας θερμή καθολική πίστη και τραγουδώντας στην εκκλησία όπου κηρύττει ο ιερέας-προστάτης της. Κάποια στιγμή η Lily λαμβάνει ένα γράμμα από τη γενέτειρά της που την παρακινεί να επισκεφτεί τον ετοιμοθάνατο πατέρα της. Η μικρή κοπέλα το σκάει από την επιτήρηση του ιερέα και μεταβαίνει στην Astaroth –όπως λέγεται η γενέτειρά της– αλλά αντί για τον πατέρα της μπλέκεται σ’ ένα μυστηριώδες κουβάρι μαγείας και βαμπιρισμού στο οποίο πρωτοστατεί μια μυστηριώδης γυναίκα με το όνομα Lemora. Η Lemora υποδέχεται εγκάρδια τη Lily…αλλά ποια είναι τα πραγματικά σχέδιά της για τη νεαρή κοπέλα;

Το «Lemora: A Child’s Tale of the Supernatural» είναι μια πραγματικά αλλόκοτη ταινία με εντελώς ασυνήθιστη υπόθεση. Υφολογικά θυμίζει ελαφρώς τις exploitation ταινίες του κιτς cinema των 70s κινούμενο γύρω από τους θεματικούς άξονες του βαμπιρισμού, της γυναικείας σεξουαλικότητας και του μυστικισμού. Ωστόσο διατηρεί την δική του ξεχωριστεί ταυτότητα, όντας πάνω απ’ όλα μια παράξενη και παράλογη ιστορία, κάτι σαν παραμύθι τρόμου για μεγάλους. Η Cheryl Smith που υποδύεται την μικρή Lily σίγουρα δεν είναι και η πιο ταλαντούχα νεαρή ηθοποιός της εποχής αλλά παραμένει συμπαθητική σαν χαρακτήρας. Την παράσταση κλέβει η επιβλητική Lesley Taplin στο ρόλο της Lemora, ενσαρκώνοντας έναν σαγηνευτικό θηλυκό χαρακτήρα, αλλά ταυτόχρονα σκοτεινό και απειλητικό. Το φιλμ προσφέρει μερικές πολύ τρομακτικές σκηνές που σημαδεύουν τη μνήμη. Τέτοιες είναι λόγου χαριν η επίθεση ενός τσούρμου παραμορφωμένων ατόμων στο λεωφορείο που μεταφέρει την Lily στο Asteroth ή η πολιορκία της Lily από μια τρομακτική γριά όταν έχει φτάσει πια στο Asteroth. Μαζί με όλα αυτά υπάρχει και το «αντικαθολικό» μήνυμα που αναπτύσσεται κυρίως μέσα από την αμφιλεγόμενη σχέση της Lily με τον ιερέα. Πράγματι η ταινία αφήνει έντονα υπονοούμενα για μια «στενότερη» σχέση μεταξύ τους αλλά αυτό δεν είναι κάτι που πρέπει να μας οδηγήσει στο να απορρίψουμε την ταινία εν γένει. Το ασαφές φινάλε αφήνει περιθώριο για ποικίλες ερμηνείες κλείνοντας ικανοποιητικά ένα εξαιρετικά ιδιόρρυθμο φιλμ τρόμου.


Σκηνοθεσία: Richard Blackburn.
Σενάριο: Richard Blackburn, Robert Fern.
Ηθοποιοί: Lesley Taplin, Cheryl Smith, William Whitton.
7

Nightmare Detective (2006)

nightmare detective

Ο ιαπωνικός «Εφιάλτης στο Δρόμο με τις Λεύκες»; Κάπως έτσι θα μπορούσε να περιγραφεί το σκοτεινό αυτό φιλμ από την χώρα του ανατέλλοντος ηλίου. Το «Nightmare Detective» ή «AkumuTantei» όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος του, δανείζεται το concept της θρυλικής ταινίας του Craven, προσαρμόζοντάς το στην παραδοσιακή κουλτούρα παράνοιας που διέπει πολυάριθμες ταινίες τρόμου από την Ιαπωνία. Η ταινία έχει να κάνει με μια σειρά μυστηριωδών αυτοκτονιών που εμφανίζουν ένα κοινό σημείο. Τα θύματα λίγο πριν προχωρήσουν στη μοιραία πράξη επικοινώνησαν τηλεφωνικά με έναν μυστηριώδη άντρα που συστήνεται ως «0». Η νεαρή ντετέκτιβ που ερευνά και τις δύο πρόσφατες υποθέσεις αυτοκτονιών αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά και στρέφεται στη βοήθεια ενός αλλόκοτου άνδρα ο οποίος έχει το χάρισμα (ή την κατάρα, ανάλογα πώς θα το δείτε) να εισχωρεί στα όνειρα άλλων ανθρώπων και να επικοινωνεί μαζί τους. Μέσω του συγκεκριμένου άνδρα η ντετέκτιβ προσπαθεί να φτάσει στον μυστηριώδη τύπο που ουσιαστικά «σκότωσε» τα θύματά του στον ύπνο τους δίνοντας την εντύπωση ότι αυτοκτόνησαν.

Η προσπάθεια της ντετέκτιβ είναι σκέτος Γολγοθάς, καθώς πέρα από τις αντικειμενικές δυσκολίες της έρευνας πρέπει να παλέψει με τις δικές της εσωτερικές φοβίες και ανησυχίες γύρω από την ίδια της την ύπαρξη. Στο ίδιο πνευματικό μαρτύριο βυθίζεται και ο αλλόκοτος συνεργάτης της ο οποίος πάσχει από έντονες αυτοκαταστροφικές τάσεις. Το «Nightmare Detective» είναι σίγουρα μια ιδιόρρυθμη ταινία δύο διαστάσεων. Αφενός σοκάρει με την βίαια εικόνα του που μορφοποιούν οι αποκρουστικές αιματηρές σκηνές, αφετέρου παίζει με την ψυχολογία και το μυαλό του θεατή κατά τις στιγμές που οι πρωταγωνιστές παλεύουν με τους προσωπικούς τους δαίμονες. Ναι, το «Nightmare Detective» διακατέχεται από τους γνωστούς παραλογισμούς που διέπουν το ασιατικό cinema τρόμου, αλλά σε γενικές γραμμές είναι επιβλητικό σαν ταινία, με σκοτεινή φωτογραφία, αξιοπρόσεκτους χαρακτήρες και τελικά αιχμαλωτίζει σχετικά εύκολα τον θεατή στον δικό του εφιαλτικό κόσμο.


Σκηνοθεσία: Shin’ya Tsukamoto.
Σενάριο: Shin’ya Tsukamoto, Hisakatsu Kuroki.
Ηθοποιοί: Ryûhei Matsuda, Hitomi, Masanobu Andô.
8

Vampyr (1932)

Vampyr 1932

Πρόκειται για μια από τις κορυφαίες και πιο γνωστές ταινίες του Δανού Carl Theodor Dreyer, ενός εκ των σπουδαιότερων σκηνοθετών στο παγκόσμιο cinema. Βέβαια για το νεότερο horror κοινό, το πανάρχαιο «Vampyr» είναι άγνωστο και ελπίζουμε πως με το παρόν αφιέρωμα οι φίλοι του τρόμου θα έχουν έναν καλό λόγο για να το αναζητήσουν. Διότι μιλάμε για μια ταινία βίωμα, για μια ταινία που σφύζει από διαπεραστική ατμόσφαιρα, μελαγχολία και μουντάδα. Η γαλλο-γερμανική αυτή παραγωγή είναι γυρισμένη με ύφος βουβής ταινίας παρότι δεν είναι 100% τέτοια. Τα παρατεταμένα βουβά πλάνα, η προβολή τίτλων με αφηγηματικό-επεξηγηματικό περιεχόμενο, τα συνεχή ατμοσφαιρικά και μονότονα μουσικά θέματα, η εκφραστικότητα του σώματος και των προσώπων των ηθοποιών είναι ορισμένα από τα κυριότερα στοιχεία που δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι το «Vampyr» ανήκει στην βουβή εποχή του κινηματογράφου. Από την άλλη οι ποσοτικά αραιοί διάλογοι υπενθυμίζουν τη μετάβαση στη μετα-βουβή εποχή διαμορφώνοντας αυτό το παράξενο υβριδικό στιλ που δείχνει να ταιριάζει άψογα με το σουρεαλιστικό, παραισθησιογόνο στιλ που επιδεικνύει το έργο του Dreyer.

Το «Vampyr» είναι μια από τις πρωιμότερες ταινίες υψηλού προφίλ που επικεντρώνεται στο βαμπιρισμό. Εδώ βέβαια, και σε αντίθεση με τα διάσημα βαμπιρικά αριστουργήματα εκείνης της εποχής όπως τα Nosferatu (1922) και Dracula (1931), η βαμπιρική παρουσία δεν είναι τόσο έκδηλη, αλλά καμουφλάρεται πίσω από ανατριχιαστικές αφηγήσεις και κατάρες, συνοδευόμενη από σποραδικά στοιχεία βαμπιρικής σημειολογίας όπως σημάδια δαγκωματιών και παλουκώματα. Ουσιαστικά η δύναμη του «Vampyr» βρίσκεται στην αποπνικτική ατμόσφαιρα που σε αιχμαλωτίζει σ’ έναν εφιαλτικό κόσμο τρόμου, παραισθήσεων και μακάβριου. Εκείνη η φοβερή σκηνή που ο ήρωας παρακολουθεί τη μεταφορά του μέσα από ένα φέρετρο είναι ενδεικτική της νοσηρής ταυτότητας του φιλμ. Μπορεί το «Vampyr» να αξιολογήθηκε αρνητικά από την πλειοψηφία των κριτικών την εποχή της κυκλοφορίας του, σήμερα όμως έχει επαναξιολογηθεί στη σωστή του διάσταση, αποκτώντας το στάτους του «κλασικού» έστω και στους πιο ψαγμένους, underground κύκλους.


Σκηνοθεσία: Carl Theodore Dreyer.
Σενάριο: Carl Theodore Dreyer, Christen Jul.
Ηθοποιοί: Julian West, Maurice Schutz, Rena Mandel.
9

Paperhouse (1988)

(Χάρτινος Εφιάλτης)

Paperhouse 1988

Από τον σκηνοθέτη του «Candyman» Bernard Rose έρχεται αυτό το θεσπέσιο ψυχολογικό θρίλερ fantasy αισθητικής το οποίο οι παλιότεροι είχαμε σίγουρα πετύχει στα ράφια κάποιου video club την χρυσή εποχή των VHS με τον ψαρωτικό τίτλο «Χάρτινος Εφιάλτης». Το σχετικά άγνωστο και δυσεύρετο «Paperhouse» αποτελεί μεταφορά της νουβέλας «Marianne Dreams» (1958) της Catherine Storr και δεν θα ήταν υπερβολή να το κατατάξουμε στα καλύτερα ψυχολογικά θρίλερ/τρόμου που μας έχει δώσει η Μεγάλη Βρετανία. Κεντρική φιγούρα της ταινίας είναι η 11χρονη Anna που πάσχει από αδενικό πυρετό (λοιμώδης μονοπυρήνωση). Κάθε φορά που λιποθυμάει ή κοιμάται, «μεταφέρεται» σ’ ένα φανταστικό μέρος όπου δεσπόζει ένα μοναχικό σπίτι. Το παράξενο της υπόθεσης είναι ότι το συγκεκριμένο σπίτι το έχει ζωγραφίσει στα χαρτιά της και κάθε φορά που προσθέτει αντικείμενα στη ζωγραφιά, αυτά εμφανίζονται και στο σπίτι που επισκέπτεται στα όνειρά της. Κάποια στιγμή θα συναντήσει στο σπίτι ένα ανάπηρο αγόρι με το οποίο αναπτύσσει φιλικούς δεσμούς. Αργότερα η Anna μαθαίνει ότι το αγόρι υπάρχει και στην πραγματικότητα υποφέροντας από βαριά ασθένεια. Καθώς η Anna προσπαθεί να βοηθήσει το νέο της φίλο, ζωγραφίζει τον πατέρα της στην περιοχή του σπιτιού. Όμως κάτι πάει στραβά, και το όνειρο γίνεται εφιάλτης με αβέβαια αποτελέσματα.

Το «Paperhouse» μαγεύει τόσο με την ενδιαφέρουσα, δραματική ιστορία του όσο και με την θαυμάσια σκηνοθετική δουλειά που αποκαλύπτεται ειδικότερα σε όλες της σκηνές του φανταστικού κόσμου όπου δραστηριοποιείται η μικρή ηρωίδα. Η απεραντοσύνη του χορταριασμένου τοπίου απλώνεται επιβλητικά γύρω και πέρα από το σπίτι αναδεικνύοντας με τον καλύτερο τρόπο τον ονειρικό, παραισθησιογόνο κόσμο της Anna στον οποίο βυθιζόμαστε κι εμείς. Η μετάλλαξη του ίδιου κόσμου στην πιο σκοτεινή εκδοχή του με την επιβλητική παρουσία του τρομακτικού πατέρα της Anna, δίνει στο φιλμ εφιαλτικές διαστάσεις από τις οποίες ακόμα και ένας ενήλικος θα ήθελε να δραπετεύσει. Κι εδώ είναι που πρέπει να γίνει ειδική μνεία στην συμμετοχή του Ben Cross (Chariots of Fire, A Bridge Too Far) στο ρόλο του απομακρυσμένου πατέρα της Anna ο οποίος δίνει μια ανατριχιαστική performance, καθώς και στα δύο παιδιά, την Charlotte Burke και τον αδικοχαμένο Elliott Spiers, που έγραψαν την δική τους προσωπική ιστορία σε ετούτο το συγκινητικό φιλμ. Αναζητήστε το «Paperhouse» και δεν θα το μετανιώσετε.


Σκηνοθεσία: Bernard Rose.
Σενάριο: Matthew Jacobs.
Ηθοποιοί: Charlotte Burke, Jane Bertish, Samantha Cahill.
10

Raw Meat (1972)

RAW MEAT

Γνωστό και ως «Dead Line» στη Μεγάλη Βρετανία απ’ όπου και προέρχεται, το ξεχασμένο αυτό φιλμ τρόμου πραγματεύεται το θέμα του κανιβαλισμού με διακριτικό πλην όμως έντονο τρόπο. Στο «Raw Meat» οι κανίβαλοι ζουν σε έναν εγκαταλελειμμένο υπόγειο σταθμό του μετρό του Λονδίνου. Οι φήμες θέλουν ανθρώπους να έχουν εγκαταλειφθεί στην περιοχή εδώ και έναν αιώνα περίπου επιβιώνοντας μέσω κανιβαλισμού. Η υπόθεση αρχίζει να ερευνάται από έναν αστυνομικό επιθεωρητή μετά την αμφιλεγόμενη μαρτυρία ενός ζευγαριού φοιτητών για την εξαφάνιση ενός μέθυσου μέσα στο μετρό τη νύχτα.

Σίγουρα δεν είναι η πιο ακραία ταινία με κανίβαλους που έχουμε δει. Ωστόσο, το «Raw Meat» καταφέρνει να μεταδώσει την φρίκη του κανιβαλισμού με πειστικότητα, με ρεαλισμό και –γιατί όχι– με αρκετό συναίσθημα κρίνοντας από τις δραματικές σκηνές που παρακολουθούμε στο λημέρι των κανιβάλων. Πέρα από την σάπια όψη του, το «Raw Meat» παρουσιάζει και μια πιο ανάλαφρη, μέσω του αεράτου και ιδιαίτερα κεφάτου Donald Pleasence στον ρόλο του αστυνομικού επιθεωρητή. Αξιοσημείωτες είναι επίσης και οι ευαισθησίες της γυναίκας από το πρωταγωνιστικό φοιτητικό ζεύγος πάνω στο θέμα των πλανόδιων, μέθυσων, ζητιάνων και γενικά όλων των παρακμιακών ατόμων που ανήκουν στο περιθώριο της κοινωνίας. Φυσικά υπάρχει και η βία σε μετρημένες όμως ποσότητες, με εκείνη τη δυναμική σύγκρουση του κυρίως κανίβαλου με υπαλλήλους του μετρό να ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες το γάλα…ή ορθότερα μέσα στο αίμα…
Α, υπάρχει και μια σύντομη εμφάνιση-έκπληξη από τον μεγάλο Christopher Lee!


Σκηνοθεσία: Gary Sherman.
Σενάριο: Gary Sherman, Ceri Jones.
Ηθοποιοί: Donald Pleasence, Norman Rossington, David Ladd.

BONUS GΕΜ…ή αλλιώς ένα ακόμα σπάνιο horror διαμάντι που οι φίλοι του τρόμου πρέπει να ανακαλύψουν…

Who Can Kill A Child? (1976)

(Το Νησί Των Καταραμένων)

who can kill a child

Τον χαρακτηρισμό «αδικημένη» δεν μπορούμε να τον δώσουμε εύκολα για ταινία τρόμου και όταν το κάνουμε θα πρέπει να προσέχουμε πολύ καλά την εκάστοτε περίπτωση. Ναι, με καθαρή σκέψη και πλήρη επίγνωση της βαρύτητας του ανωτέρω χαρακτηρισμού, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι το εκπληκτικό «Who Can Kill A Child» (γνωστό και ως Island of the Damned) του Narciso Ibáñez Serrador τον αξίζει με χίλια! Πρόκειται για ένα δυσεύρετο διαμάντι τρόμου που κοσμεί την ιστορία του ισπανικού horror κινηματογράφου εδώ και σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αλλά ελάχιστοι φίλοι του τρόμου γνωρίζουν. Το «Who Can Kill A Child» (πρωτότυπος τίτλος: ¿Quién puede matar a un niño?) είναι μια ιδιαίτερη ταινία που προκαλεί τρόμο και σοκ απλά και μόνο με το ενοχλητικό και δυσκολοχώνευτο θέμα της: παιδιά δολοφόνοι! Ναι σωστά διαβάσατε. Τα φαινομενικά αθώα παιδιά της ταινίας αποδεικνύονται ικανότατοι φονιάδες που σκοτώνουν εν ψυχρώ τους ενήλικες του τόπου τους χωρίς τύψεις και ενδοιασμούς. Αυτή η απάθεια προκαλεί κόμπους στο στομάχι μας με την ταινία να είναι τελικά πολύ πιο «ακραία» από τις ταινίες τρόμου που θεωρούμε συνήθως ακραίες.

Πρωταγωνιστές στο «Who Can Kill A Child?» είναι ένα ευτυχισμένο παντρεμένο ζευγάρι Άγγλων που παραθερίζει στην Ισπανία. Κατά τη διάρκεια των διακοπών τους επισκέπτονται ένα μικρό νησί κοντά στις ισπανικές ακτές κι από εκεί αρχίζει ο εφιάλτης. Αρχικά διαπιστώνουν ότι το νησί είναι άδειο (ή τέλος πάντων σχεδόν άδειο) από ενήλικες. Μόνο μικρά παιδιά κυκλοφορούν στο νησί. Σύντομα τα παιδιά εκδηλώνουν την φονική επιθετικότητά τους προς έκπληξη του ζευγαριού. Ένας αγώνας επιβίωσης ξεκινά απέναντι σ’ έναν πανίσχυρο (ναι, πιστέψτε το) αντίπαλο που δεν διστάζει σε τίποτα. Το φιλμ σοκάρει πριν καλά καλά ξεκινήσει η δράση των παιδιών. Αυτό το κάνει συγκεντρώνοντας δυσάρεστα πλάνα από ντοκιμαντέρ με φρικαλεότητες εις βάρος μικρών παιδιών από διάφορους πολέμους της νεότερης ιστορίας. Τα πλάνα αυτά λειτουργούν ως ιδανική εισαγωγή και αντιτίθενται έξυπνα στο κυρίως θέμα που θα διατηρήσει το ενδιαφέρον μας μέχρι το τέλος. Δηλαδή τα παιδιά από θύματα θα γίνουν θύτες για λόγους που δεν είναι σαφείς, αν και η τρομακτική εικασία του άντρα από το πρωταγωνιστικό ζευγάρι δίνει ένα φρικιαστικό hint, παρά την φανερή έλλειψη λογικής της.

Η ταινία παίζει έξυπνα και με τον ίδιο της τον τίτλο, τόσο με την αναφορά του από έναν ντόπιο στο πλαίσιο των γεγονότων όσο και με τη φανερή απογοήτευση ή τους δισταγμούς του ζεύγους στις περιπτώσεις που βλάπτουν ή πρόκειται να βλάψουν τα παιδιά. Γενικά το σκηνοθετικό στήσιμο είναι δουλεμένο παρά το χαμηλό budget με τον Serrador να αξιοποιεί ευφυώς όλα τα διαθέσιμα εργαλεία προς αύξηση της απειλής και του σασπένς. Οι ερμηνείες είναι ανέλπιστα καλές. Το περιβάλλον του νησιού προκαλεί τέτοια κλειστοφοβική ανησυχία όντας ασφυκτικότερο κι από το εσωτερικό ενός ασανσέρ! Η ατμοσφαιρική μουσική δένει άψογα με το αναδυόμενο κλίμα απόγνωσης. Το δυσάρεστο φινάλε είναι απλά η κορύφωση του σοκ και της απελπισίας. Όσο δύσκολο λοιπόν κι αν σας φαίνεται στην παρακολούθηση, θα διαπράξετε μεγάλο ατόπημα αν δεν αναζητήσετε το «Who Can Kill A Child?». Χαλαρά μιλάμε για μια από τις καλύτερες ταινίες τρόμου με διαβολικά παιδιά του horror κινηματογράφου!


Σκηνοθεσία: Narciso Ibáñez Serrador.
Σενάριο: Narciso Ibáñez Serrador.
Ηθοποιοί: Lewis Fiander, Prunella Ransome, Antonio Iranzo.
Σας άρεσε το άρθρο;
Perfect
100%
Good
0%
OK
0%
Mmm...
0%
Uninterested
0%
Bad
0%
Very Bad
0%
About The Author
facebook-profile-picture
horrormovies.gr
Η συντακτική ομάδα του horrormovies.gr αποτελείται από ζόμπι, λυκάνθρωπους, απέθαντους... άντε και κάποιους ανθρώπους που και που! Αποστολή μας είναι η ενημέρωση του ελληνικού κοινού πάνω στις ταινίες τρόμου και η κριτική αξιολόγησή τους.