Γλωσσάριο

Στις κριτικές των ταινιών τρόμου αλλά και στα νέα που θα βρείτε στο horrormovies.gr είναι πολύ πιθανό να συναντάτε συχνά συγκεκριμένες ξενόγλωσσες ορολογίες που χρησιμοποιούνται στις κριτικές ταινιών τρόμου διεθνώς όπως gore, slasher, splatter κλπ. Γι’ αυτό το λόγο το horrormovies.gr αφιέρωσε το παρακάτω τμήμα της ιστοσελίδας στην επεξήγηση ορισμένων βασικών και συνηθισμένων όρων με σκοπό τη διευκόλυνση των αναγνωστών. Παράλληλα, διαβάζοντας τις εξηγήσεις των όρων ο αναγνώστης μπορεί να μάθει ενδιαφέρουσες πληροφορίες ιστορικής φύσεως για την horror σκηνή. Κάντε κλικ στις παρακάτω επιλογές για να διαβάσετε περισσότερα.

Ένα φιλμ θεωρείται cult όταν έχει αναπτύξει έναν μικρότερο ή μεγαλύτερο κύκλο πιστών οπαδών (cult following). Η έντονη λατρεία μερίδας θεατών προς μια συγκεκριμένη ταινία μπορεί να χαρίσει σύντομα ή με το πέρασμα του χρόνου το στάτους του cult σ’ αυτήν. Ενίοτε η λατρεία αυτή εκφράζεται μέσα από ποικίλες ενέργειες όπως κινηματογραφικά φεστιβάλ, μίμηση κάποιων κουστουμιών της ταινίας (π.χ. σε παιχνίδια ρόλων), κατασκευή ιστοσελίδων ή blogs αφιερωμένων στην ταινία, συμμετοχές του κοινού σε sequels κ.α. Αυτές οι ταινίες που λέγονται επίσης cult classic είναι συνήθως φιλμ χαμηλού προϋπολογισμού και θεωρούνται ο αντίποδας του mainstream κινηματογράφου παράγοντας μια ιδιαίτερη υποκουλτούρα που αντιτίθεται σε κοινωνικά αποδεκτές αντιλήψεις και καταστάσεις. Ταινίες που κυκλοφόρησαν από μεγάλα studio, που απολαμβάνουν mainstream επιτυχία και ευρύτερη αποδοχή από κοινό και κριτικούς συνήθως δεν θεωρούνται cult όπως επίσης και αυτές που επιδιώκουν εσκεμμένα να αποκτήσουν τον τίτλο του cult. Σήμερα πάντως η έννοια του cult έχει διευρυνθεί και περιστασιακά αποστασιοποιείται από τα αρχικά αυστηρά πλαίσια επιτρέποντας την κατάταξη περισσότερων ταινιών στην cult συνομοταξία. Ο όρος μπορεί να αποδοθεί σε ευρεία γκάμα ταινιών χωρίς να ανήκουν απαραίτητα σε ορισμένο είδος. Στη σκηνή του τρόμου χαρακτήρα cult classic έχουν π.χ. το θρυλικό «Night of the Living Dead» του George Romero, το «An American Werewolf In London» του John Landis, το «The Thing» του John Carpenter, τα νεότερα «American Psycho», «Ginger Snaps», «Blair Witch Project» και πολλά άλλα.
Ο όρος αναφέρεται γενικά στην απεικόνιση της βίας μιας ταινίας. Όλες οι φυσικές φθορές στη σάρκα, στα οστά, σε μέλη ή όργανα του ανθρώπινου σώματος, η απεικόνιση αίματος και γενικά κάθε πληγή ή τραυματισμός που εκδηλώνεται εμφανώς στις σκηνές μιας ταινίας περιλαμβάνονται στο gore. Επίσης οι ταινίες Splatter λέγονται και Gore.
Πρόκειται για ένα είδος ιταλικής λογοτεχνίας και ιταλικών ταινιών με βασικό θέμα το φόνο, το μυστήριο και την αστυνομική έρευνα. Giallo στα ιταλικά σημαίνει «κίτρινο» και ο όρος προέρχεται από τα κίτρινα εξώφυλλα ιταλικών βιβλίων τσέπης με τη συγκεκριμένη θεματολογία. Συγγραφείς μυστηρίου και αστυνομικής λογοτεχνίας όπως η Agatha Christie και ο Edgar Wallace επηρέασαν σημαντικά το είδος. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ταινιών giallo είναι οι πολυάριθμοι φόνοι, η υπερβολική βία (χωρίς όμως να απεικονίζεται πάντα με λεπτομέρεια), το μυστήριο για την ταυτότητα του δολοφόνου, το αγωνιώδες φινάλε, οι ανατροπές και οι τεχνικές παραπλάνησης του θεατή, οι περίτεχνες και ασυνήθιστες λήψεις της κάμερας, τα ψυχεδελικά και έντονα μουσικά θέματα ενώ συχνά περιλαμβάνουν γυμνά πλάνα γυναικών καθώς και σκηνές σεξ. Συνηθίζεται επίσης να έχουν μακροσκελείς, γραφικούς και αινιγματικούς τίτλους όπως «The Bird With The Crystal Plumage», «Five Dolls For An August Moon», «Black Belly Of The Tarantula», «Four Flies On Grey Velvet» κ.α. «Πατέρας των giallo» θεωρείται ο μεγάλος Ιταλός σκηνοθέτης και σεναριογράφος Mario Bava (1914-1980) με την ταινία του «The Girl Who Knew Too Much» (1963) να αναφέρεται ως το πρώτο φιλμ της εν λόγω κατηγορίας. «Μαέστρος των giallo» θεωρείται από πολλούς ο Ιταλός Dario Argento έχοντας γυρίσει σπουδαία και ιστορικά giallo όπως τα «The Bird With The Crystal Plumage» (1970) και «Deep Red» (1975). Άλλοι αξιόλογοι σκηνοθέτες giallo ταινιών είναι οι Lucio Fulci, Sergio Martino, Umberto Lenzi, Massimo Dallamano, Lamberto Bava (γιος του Mario Bava), Luciano Ercoli, Aldo Lado και Paolo Cavara. Η μεγαλύτερη άνθηση των giallo σημειώθηκε την δεκαετία του ’70 με την κυκλοφορία αμέτρητων ταινιών.
Πρόκειται για έναν ευρύ όρο που περιλαμβάνει ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού οι οποίες θεωρούνται γενικά μειωμένης καλλιτεχνικής αξίας και χαμηλής ποιότητας. Γι’ αυτό τον λόγο προσπαθούν να «εκμεταλλευτούν» μία ορισμένη μόδα, τάση ή ρεύμα προσελκύοντας το κοινό που επιζητά αυτή την ιδιαίτερη ψυχαγωγία. Για την προώθησή τους οι εν λόγω ταινίες προσπαθούν να «εκμεταλλευτούν» π.χ. έναν διάσημο ηθοποιό, τη βία, το σεξ, τα ειδικά εφέ και ποικίλα θέματα extreme συνήθως μορφής. Ταινίες που αρχικά θεωρήθηκαν exploitation επαναξιολογήθηκαν ως κλασικές σ’ ένα είδος αποκτώντας cult φήμη και δημιουργώντας ολόκληρη «σχολή», με χαρακτηριστικό παράδειγμα το ιστορικό «Night of the Living Dead» του George Romero. Η ιστορία των exploitation ταινιών αρχίζει από την πρώιμη δεκαετία του ’20 αλλά έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 όταν χαλάρωσε αισθητά η λογοκρισία στον κινηματογράφο. Τα στέκια που έπαιζαν τέτοιες ταινίες στις ΗΠΑ ονομάζονταν Grindhouses. Συγκεκριμένες υποκατηγορίες στον χώρο του τρόμου υπάγονται στην έννοια του «exploitation» όπως τα slasher, τα splatter, τα φιλμ με κανιβάλους, τα ιταλικά giallo και οι ταινίες με τέρατα. Άλλες γνωστές υποκατηγορίες exploitation ταινιών είναι οι ταινίες που προσηλώνονται στα αυτοκίνητα, στις κούρσες γρήγορων οχημάτων και στα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα (Carsploitation), ταινίες με μοτοσικλετιστές (Biker Films), ταινίες με κεντρικό θέμα τις «γυναίκες σε φυλακή» (Women In Prison Films), τα μαρτύρια κρατούμενων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης (Nazisploitation), ταινίες με νέγρους ηθοποιούς και συνηθέστερο θέμα την αντίστασή τους σε κάποια αρχή (Blaxploitation), τα Spaghetti Westerns, ταινίες με προβολή εκτεταμένων και λεπτομερών γυμνών πλάνων κυρίως γυναικών (Sexploitation), ταινίες που σοκάρουν με ποικίλους τρόπους (Shocksploitation) όπως υπερβολική βία, αιμομιξίες, βιασμούς και άλλες ακραίες καταστάσεις. Οι υποκατηγορίες των exploitation ταινιών μπορούν να αυξηθούν κατά πολύ.
Ο όρος αφορά κωμικές ταινίες που περιέχουν υπερβολικές και θορυβώδεις ενέργειες, πράξεις βίας, κακόγουστες φάρσες και άλλες δραστηριότητες που ξεπερνούν τα όρια της κοινής λογικής. Στοιχεία slapstick που συχνά εισάγονται σε ταινίες είναι η πρόκληση πόνου αλλά χωρίς τις αληθινές συνέπειες για το θύμα, ζωηρά zoom προς σύγχυση του θεατή, έντονοι ήχοι προς αύξηση της αγωνίας και απεικόνιση μη ρεαλιστικών και αδύνατων καταστάσεων. Ο όρος αναλύεται ως «slap stick» και αναφέρεται σ’ ένα ειδικό είδος μπαστουνιού με την ονομασία batacchio ή bataccio που χρησιμοποιούσαν οι ηθοποιοί στις παραστάσεις της Commedia dell'arte (είδος αυτοσχεδιαστικής κωμωδίας) που άνθησε αρχικά στην Ιταλία μεταξύ 16ου και 18ου αιώνα. Το αντικείμενο αυτό μπορούσε να παράγει έναν χαρακτηριστικό δυνατό ήχο όταν ο ένας ηθοποιός χτυπούσε τον άλλο χωρίς πρόκληση σοβαρού πόνου ή σωματικής βλάβης. Στον χώρο του τρόμου μερικά αντιπροσωπευτικά δείγματα slapstick είναι τα δύο «Evil Dead» καθώς και το «Army Of Darkness» του Sam Raimi, το καταιγιστικό «Braindead» του Peter Jackson, πολλές κωμωδίες τρόμου με ζόμπι όπως το «Return of The Living Dead» ή το «Shaun of the Dead», ποικίλες ταινίες με τέρατα (π.χ. Gremlins, Tremors, Monster Squad) και ένας μεγάλος ακόμα αριθμός ταινιών τρόμου με κωμικά στοιχεία.
Είναι μια κατηγορία ταινιών τρόμου ή θρίλερ όπου ο βασικός θεματικός άξονας κινείται γύρω από έναν ή περισσότερους δολοφόνους που σκοτώνουν κατ’ εξακολούθηση τα θύματά τους με βίαιους τρόπους. Το βασικό όπλο τους είναι συνηθέστερα το μαχαίρι ή το τσεκούρι, λιγότερο συχνά κάποιο άλλο κοφτερό αντικείμενο (μπαλτάς, δικράνι κλπ) ενώ ορισμένοι φόνοι μπορεί να διαπράττονται διαφορετικά π.χ. με στραγγαλισμό. Πολύ συχνά τα θύματα των μανιακών αφορούν νεαρά άτομα, έφηβους και γυναίκες. Μερικές φορές υπάρχει και μυστήριο σχετικά με την ταυτότητα του δολοφόνου. Το αμφιλεγόμενο «Peeping Tom» (1960) του Michael Powel και το κλασικό θρίλερ «Psycho» (1960) του Alfred Hitchcock είναι μερικοί από τους «προπομπούς» του συγκεκριμένου είδους. Το κακόφημο «Last House On The Left» (1972) του Αμερικανού σκηνοθέτη Wes Craven καθώς και το κλασικό «The Texas Chainsaw Massacre» (1974) του Tobe Hooper συνέβαλλαν σημαντικά στη διάπλαση του ιδιώματος. Επιρροή στη διαμόρφωση των slasher άσκησαν επίσης και τα ιταλικά giallo. Το φιλμ «Black Christmas» (1974) του Bob Clark θεωρείται το πρώτο πλήρες slasher ενώ οι ταινίες που έδωσαν τη μεγάλη ώθηση στο ιδίωμα καθιστώντας το δημοφιλές ήταν το θρυλικό «Halloween» (1978) του John Carpenter και το «Friday the 13th» (1980) του Sean S. Cunningham. Η δεκαετία του ’80 θεωρείται η χρυσή εποχή των ταινιών slasher με αμέτρητα φιλμ να ξεφυτρώνουν στη διάρκειά της. Το φιλμ «A Nightmare on Elm Street» (1984) του Wes Craven προσέδωσε μεταφυσικά στοιχεία στο slasher. Στο πρώτο μισό της δεκαετίας ’90 το είδος βρέθηκε σε παρακμή για να αναζωογονηθεί με την ταινία «Scream» του Wes Craven το 1996. Η τάση ανάκαμψης συνεχίστηκε με πολλές παραπλήσιες ταινίες όπως το «I Know What You did Last Summer» του 1997, με sequels αλλά και remake παλιότερων slasher χωρίς επιτυχημένο πάντοτε αποτέλεσμα. Τα slasher έχουν συχνά κατηγορηθεί για τον βίαιο χαρακτήρα τους και επικριθεί από κριτικούς κινηματογράφου, χριστιανικές και φεμινιστικές οργανώσεις ενώ πολλά αντιμετώπισαν προβλήματα με τη λογοκρισία.
Τα splatter είναι φιλμ με εκτεταμένη βία και λεπτομερή απεικόνισή της. Ουσιαστικά επικεντρώνονται στην ανάδειξη της καταστροφής του ανθρώπινου σώματος μέσα από σφαγές και άλλες πράξεις βίας. Οι απαρχές του splatter εντοπίζονται στο παλιό γαλλικό θέατρο Grand Guignol του Παρισιού (1897-1962) του οποίου οι παραστάσεις περιλάμβαναν αιματηρές σκηνές, ρεαλιστική απεικόνιση φόνων και εικόνες ακραίου τρόμου. Ως πρώτο splatter θεωρείται το «Blood Feast» του 1963, σκηνοθετημένο από τον Αμερικανό κινηματογραφιστή Herschell Gordon Lewis ο οποίος δημιούργησε κι άλλα παρόμοια φιλμ τα επόμενα χρόνια. Το κλασικό «Night of the Living Dead» (1969) του George Romero βοήθησε το splatter ιδίωμα να γίνει δημοφιλές ενώ ο ίδιος ασχολήθηκε ξανά με splatter μοτίβα και στην επόμενη δεκαετία με το επίσης κλασικό «Dawn of the Dead» του 1978 το οποίο γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία. Στοιχεία splatter απαντούν και σε πολλές ταινίες με κανιβάλους όπως το κακόφημο «Cannibal Holocaust» του 1979, σε ταινίες με ζόμπι πέραν αυτών του Romero όπως το «Zombi 2» (1979) του Ιταλού Lucio Fulci καθώς και σε πολυάριθμα slasher της δεκαετίας του 80 με χαρακτηριστικά δείγματα τα επίσης κακόφημα «Maniac» (1980) και «The New York Ripper» (1982), το «Intruder» (1989) κ.α. Μετά από μια σχετική υποχώρηση στα 90s το splatter γνώρισε μια αναγέννηση στη δεκαετία 2000-2009. Πετυχημένα franchise όπως το «Final Destination», το «Saw» και το «Hostel» πρωταγωνίστησαν στην αναβίωση αυτή. Μερικά απ’ αυτά τα νεότερα φιλμ χαρακτηρίστηκαν και ως «Torture Porn» -προφανώς λόγω πολλών σκηνών με βασανιστήρια και γυμνότητα- αλλά αυτός ο όρος δεν γίνεται πάντοτε αποδεκτός από τους σκηνοθέτες τους.
Ο όρος ή ορθότερα «τίτλος» αναφέρεται σε γυναίκες ηθοποιούς νεαρής ηλικίας που η καριέρα τους στον κινηματογράφο έχει συνδεθεί στενά με τις ταινίες τρόμου. Μια Scream Queen μπορεί να είναι είτε πρωταγωνίστρια είτε συχνό θύμα σε ταινίες τρόμου. Το προφίλ της Scream Queen μπορεί να αναλυθεί συνοπτικά ως μια ελκυστική νεαρή γυναίκα σε κατάσταση τρόμου και απόγνωσης, αν και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μπορούν να διαφοροποιούνται από ταινία σε ταινία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ηθοποιός Jamie Lee Curtis, γνωστή για τον πρωταγωνιστικό της ρόλο ως Laurie Strode στο φιλμ-ορόσημο «Halloween» (1978) του John Carpenter καθώς και σε sequels του εν λόγω franchise αλλά και σε άλλες ταινίες τρόμου (Prom Night, Terror Train, The Fog). Μάλιστα η Curtis αναγνωρίζεται και ως η «απόλυτη Scream Queen». Η παλιότερη ηθοποιός που φέρει τον τίτλο είναι η Fay Wray έχοντας πρωταγωνιστήσει σε ταινίες τρόμου της δεκαετίας του ’30 όπως τα Doctor X (1932) και Vampire Bat (1933) αν και στην ιστορία έχει μείνει περισσότερο για τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στο «King Kong» του 1933. Άλλες σημαντικές ηθοποιοί που έχουν κερδίσει τον χαρακτηρισμό της Scream Queen είναι η Heather Langenkamp κυρίως για τις συμμετοχές της στα «Α Nightmare On Elm Street» και «Α Nightmare On Elm Street 3: Dream Warriors», η Neve Campbell με τον ρόλο της Sidney Prescott στα αυτοσαρκαστικά slasher της διάσημης τριλογίας «Scream», η Linnea Quigley με πολυάριθμες συμμετοχές σε ταινίες τρόμου και b-movies των δεκαετιών ’80 και ‘90 (Graduation Day, Silent Night-Deadly Night, Return of the Living Dead, Creepozoids, A Nightmare on Elm Street 4: The Dream Master κ.α.) και η Sarah Michelle Gellar με αξιόλογες συμμετοχές στα «I Know What You Did Last Summer», «Scream 2», «The Grudge» αλλά και ως η περιβόητη Buffy στην επιτυχημένη αμερικάνικη τηλεοπτική σειρά τρόμου/φαντασίας «Buffy the Vampire Slayer».
Ο όρος εμφανίστηκε στη Μεγάλη Βρετανία το 1982 και αναφέρεται σ έναν αριθμό συγκεκριμένων ταινιών, κυρίως τρόμου, με εξαιρετικά βίαιο περιεχόμενο. Τα video nasties επικρίθηκαν από τον τύπο, διάφορους σχολιαστές και ορισμένες θρησκευτικές οργανώσεις. Το 1983 δημοσιοποιήθηκε για πρώτη φορά η περιβόητη λίστα των video nasties και η Βρετανική Επιτροπή Λογοκρισίας Ταινιών ανέλαβε το έργο της αξιολόγησής τους. Αποτέλεσμα της σχετικής νομοθεσίας που ψηφίστηκε το 1984 ήταν η απαγόρευση της κυκλοφορίας στη Μεγάλη Βρετανία αρκετών ταινιών που εντάχθηκαν στη μαύρη αυτή λίστα (κι ας είχαν κυκλοφορήσει προηγουμένως) ενώ άλλες κατάφεραν να κυκλοφορήσουν με κομμένο περιεχόμενο σε διαφορετικές χρονολογίες των επόμενων δεκαετιών και σπανιότερα μέσα στη δεκαετία του 80. Ταινίες έμπαιναν και έβγαιναν από τη λίστα ανάλογα με τα αποτελέσματα των ποινικών διώξεων. Κάποιες ταινίες δεν συμπεριελήφθησαν στη λίστα αλλά απαγορεύτηκε η προβολή τους στον κινηματογράφο κατευθείαν από την Επιτροπή. Εκείνη την εποχή θα μπορούσε να δει κανείς σκηνές απείρου κάλους στη Μεγάλη Βρετανία με την αστυνομία να εισβάλλει σε καταστήματα video clubs και να κατάσχει ταινίες, συχνά με εντελώς αυθαίρετα κριτήρια. Σήμερα η λίστα αυτή θεωρείται ξεπερασμένη και αρκετές από τις κακόφημες ταινίες έχουν κυκλοφορήσει κανονικά χωρίς περικοπές από το 2001.
Μπορεί να γραφτεί και ως «Whodunnit» και όπως είναι φανερό πρόκειται για σύμπτυξη της φράσης «Who (has) done it?» Με αυτό τον όρο περιγράφεται μια αστυνομική ιστορία η οποία προσφέρει στους θεατές ή αναγνώστες την ευκαιρία να προβούν σε υποθέσεις και συμπεράσματα σχετικά με την ταυτότητα του δράστη ενός εγκλήματος - συνήθως φόνου. Γι' αυτό το λόγο μερικά σημαντικά στοιχεία παρέχονται κατά τη διάρκεια της πλοκής ώστε να παρακινείται το κοινό να βρει την ταυτότητα του ενόχου. Υπό μια έννοια το κοινό ταυτίζεται με τον ρόλο του πρωταγωνιστή-ντετέκτιβ που ερευνά το έγκλημα και αναζητά τον δράστη. Συχνά επιχειρείται προσπάθεια αποπροσανατολισμού και μπερδέματος του κοινού ενώ σε πολλά τέτοια έργα συναντάμε καθηλωτικές ανατροπές στο φινάλε. Ο όρος «Whodunit» εμφανίζεται πρώτη φορά το 1934 στο αμερικανικό περιοδικό «Variety» περιγράφοντας το φιλμ «Recipe for Murder» το οποίο είναι μεταφορά από ομότιτλο θεατρικό έργο.  Η χρυσή εποχή του ιδιώματος «Whodunit» στην αστυνομική λογοτεχνία εκτείνεται από την δεκαετία του '20 έως τη δεκαετία του '50. Διάσημοι συγγραφείς όπως Agatha Christie, Nicholas Blake, G.K. Chesterton, John Dickson Carr, Clayton Rawson, Christianna Brand κ.α. υπήρξαν πρωτοπόροι αυτής της τάσης. Το στοιχείο «Whodunit» μπορεί να υπάρξει σε ταινίες τρόμου, αστυνομικές ταινίες, φιλμ νουάρ, ταινίες μυστηρίου, θρίλερ, δικαστικές ταινίες, δράματα ακόμα και σε κωμωδίες. Ορισμένες από τις σπουδαιότερες και πιο χαρακτηριστικές ταινίες «Whodunit» προσανατολισμού είναι μεταφορές μυθιστορημάτων της Agatha Christie όπως «And Then There Were None» (1945), Witness for the Prosecution (1957), «Murder on the Orient Express» (1974) και «Death on the Nile» (1978), ταινίες του μεγάλου Alfred Hitchcock (π.χ. The Paradine Case, The Man Who Knew Too Much) και πολλές ταινίες υψηλού προφίλ με έντονο μυστήριο και ανατροπές (The Usual Suspects, Memento, Oldboy, Anatomy of a Crime, Chinatown κλπ). Τα ιταλικά giallo έχουν επίσης «Whodunit» χαρακτήρα.
Ο αριθμός των φόνων που πραγματοποιούνται σε μια ταινία.
Σε μια ελεύθερη μετάφραση θα το αποδίδαμε ως «ευρεθέν βιντεοσκοπημένο υλικό». Ο όρος είναι στενά συνδεδεμένος με τις ταινίες τρόμου παρότι μπορεί να γυριστούν κι άλλου είδους ταινίες με την τεχνική του «found footage». Αν και η τεχνική αυτή είναι παλιά έχοντας χρησιμοποιηθεί στο αμφιλεγόμενο φιλμ τρόμου «Cannibal Holocaust» του 1980, άρχισε να γίνεται δημοφιλής στα τέλη της δεκαετίας του ’90 με το διάσημο φιλμ τρόμου «The Blair Witch Project» του 1999. Στις ταινίες που έχουν γυριστεί με την τεχνική «found footage» τα γεγονότα που βλέπουμε είναι βιντεοσκοπημένα από τη μία και συνήθως μοναδική προσωπική, χειροκίνητη βιντεοκάμερα των πρωταγωνιστών οι οποίοι είναι είτε νεκροί είτε αγνοούμενοι. Ο εν λόγω τρόπος κινηματογράφησης θεωρείται ότι προσδίδει ρεαλισμό στην ταινία που τον χρησιμοποιεί. Γνωστές ταινίες τρόμου με «found footage» τεχνική είναι οι «REC» (2007), «Paranormal Activity» (2007), «Cloverfield» (2008), «Quarantine» (2008), «The Last Exorcism» (2010), «Trollhunter» (2010), «Grave Encounters» (2011) και «VHS» (2012).

Snuff film ονομάζεται οποιοδήποτε βίντεο περιέχει πραγματικούς φόνους ανθρώπων χωρίς την χρήση ειδικών εφέ με σκοπό την εμπορική εκμετάλλευση ή την «ψυχαγωγία». Ο όρος πρωτοεμφανίζεται το 1971 στο βιβλίο «The Family: The Story of Charles Manson's Dune Buggy Attack Battalion» του Αμερικανού συγγραφέα, ακτιβιστή και τραγουδιστή Ed Sanders ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η Οικογένεια Manson είχε φτιάξει βίντεο με τους φόνους που διέπραξε. Ετυμολογικά ο όρος snuff προέρχεται από την αρχαία αγγλική λέξη «snithan» που σήμαινε «σφάζω και διαμελίζω» και χρησιμοποιούταν για δεκάδες ή εκατοντάδες χρόνια από τα λαϊκά στρώματα του Λονδίνου. Παρότι έχουν υπάρξει ερασιτεχνικά βίντεο με αληθινούς θανάτους και δολοφονίες, συνήθως δεν θεωρούνται snuff films καθώς δεν είχαν εμπορικό προσανατολισμό. Στον κινηματογράφο το πρώτο φιλμ που παίζει με την έννοια του snuff είναι το «Peeping Tom» (1960) του Michael Powell στο οποίο ο πρωταγωνιστής-δολοφόνος φτιάχνει «ντοκιμαντέρ» που περιέχουν τα ειδεχθή εγκλήματά του. Ωστόσο, το πρώτο φιλμ που γνωστοποίησε σε ευρύτερο κοινό την έννοια του snuff ήταν το ομότιτλο με την συγκεκριμένη έννοια φιλμ «Snuff» (1976) του Michael Findlay. Το εν λόγω φιλμ διαφημίστηκε ως snuff εκμεταλλευόμενο την διάδοση της συγκεκριμένης έννοιας και λόγω του ψεύτικου θανάτου μιας ηθοποιού σ’ ένα υποτιθέμενο studio εντός της ταινίας, προκάλεσε πολλές αντιδράσεις και κινητοποιήσεις πολιτών. Στο χώρο του τρόμου μερικές διάσημες ταινίες που χρησιμοποιούν την ιδέα του snuff ως βασικό άξονα της πλοκής τους είναι τα «Last House on Dead End Street» (1977), «Cannibal Holocaust» (1980), «Videodrome» (1983), «Henry: Portrait of a Serial Killer» (1986), «Mute Witness» (1994), «Tesis» (1996), «Vacancy» (2007) και «Sinister» (2012). Παρά τις σποραδικές φήμες, κανένα φιλμ μέχρι σήμερα δεν έχει αποδειχτεί πραγματικό snuff. Δύο φιλμ που κατηγορήθηκαν ότι περιείχαν αληθινούς φόνους ήταν το ιταλικό «Cannibal Holocaust» (1980) του Ruggero Deodato και το ιαπωνικό «Flowers of Flesh and Blood» (1985) του Hideshi Hino, δεύτερο μέρος της σειράς ταινιών ακραίου gore υπό την γενική ονομασία «Guinea Pig». Στο πρώτο παρότι έλαβαν χώρα πραγματικοί σκοτωμοί ζώων, κανένας ηθοποιός δεν σκοτώθηκε στ’ αλήθεια. Στο δεύτερο, παρότι κινητοποιήθηκε μέχρι και το FBI ύστερα από καταγγελίες του ηθοποιού Charlie Sheen, επίσης δεν υπήρξε πραγματικός φόνος και τα εξαιρετικά ρεαλιστικά ειδικά εφέ του εξηγήθηκαν στο ντοκιμαντέρ του 1986 «Making of Guinea Pig».
Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει ταινίες οι οποίες είναι γυρισμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να δίνουν πληροφορίες στον θεατή για την ίδια τους την παραγωγή ή και τον δημιουργό τους. Υπό μια άλλη έννοια πρόκειται για ταινίες που αφορούν υπάρχουσες ταινίες. Σ’ αυτού του τύπου τις ταινίες, μπορεί ένας χαρακτήρας να δείχνει ότι έχει επίγνωση ότι συμμετέχει σε ταινία ή μπορεί ακόμα και να απευθύνεται άμεσα στο κοινό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ταινίας αυτού του στιλ για τη σκηνή του τρόμου αποτελεί το «Wes Craven’s New Nightmare» (Ο Νέος Εφιάλτης) του 1994 όπου η ταινία του Wes Craven αναφέρεται ξεκάθαρα στις ταινίες «Εφιάλτης στο Δρόμο με τις Λεύκες» ενώ συμμετέχουν σ’ αυτήν ηθοποιοί αλλά και ο ίδιος ο σκηνοθέτης αναγνωρίζοντας ότι έπαιξαν στο διάσημο franchise. Άλλες ταινίες που μπορούν να χαρακτηριστούν ως «metafilm» στον χώρο του τρόμου είναι οι «Peeping Tom» (1960), «Scream 3» (2000) , «Shadow of a Vampire» (2000) και «Seed of Chucky» (2004). Χρησιμοποιείται επίσης και ο συνώνυμος όρος «Metacinema».
Με την φράση «Jump Scares» ορίζεται μια συνηθισμένη τακτική των ταινιών τρόμου της νεότερης κυρίως εποχής με την οποία οι κινηματογραφιστές προσπαθούν να τρομάξουν τους θεατές μέσω απότομων και ξαφνικών εμφανίσεων ή ήχων. Για παράδειγμα το ξαφνικό πέταγμα μιας γάτας από έναν κάδο απορριμμάτων ή από ένα ντουλάπι αποτελεί τυπικό Jump Scare. Αλλά Jump Scares που συναντάμε συχνά σε ταινίες τρόμου είναι τα απότομα κλεισίματα πορτών και παραθύρων, οι αναπάντεχες θεάσεις προσώπων πάσης φύσεως (πρωταγωνιστές, φαντάσματα) κλπ. Τα Jump Scares απαντούν και σε video games με horror θεματολογία. Συχνά η εν λόγω τακτική αξιολογείται αρνητικά, ειδικά από τους πιο παλιούς και μεγαλύτερους ηλικιακά θεατές με πλούσια εμπειρία στο cinema τρόμου, αφού επαναλαμβάνει σε υπερβολικό βαθμό τα ίδια μοτίβα και υποδηλώνει έλλειψη έμπνευσης αλλά και αδυναμία των κινηματογραφιστών που χρησιμοποιούν Jump Scares να τρομάξουν το κοινό με πρωτότυπες και αυθεντικά τρομακτικές μεθόδους.